ἐφήβαιον

ἐφήβαιον, τό,
A pubes, Dsc.1.3, Gal.8.4; hair of the pubes. Suid. s.v. βλήχων: more freq. in pl., -βαια γυναικεῖα Heraclid.Syrac. ap. Ath. 14.647a, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφήβαιον — pubes neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηβαίοις — ἐφήβαιον pubes neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηβαίου — ἐφήβαιον pubes neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηβαίῳ — ἐφήβαιον pubes neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφήβαια — ἐφήβαιον pubes neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίλιον — Ονομασία αρχαίων πόλεων. 1. Προϊστορική πόλη της Μικράς Ασίας, στη βορειοδυτική της χερσόνησο, πρωτεύουσα της Τρωάδας, γνωστή κυρίως ως Τροία (βλ. λ.). 2. Μικρή παράλια πόλη, που χτίστηκε κοντά στο προϊστορικό Ίλιον από τον Μέγα Αλέξανδρο και… …   Dictionary of Greek

  • εφήβαιο — τὸ (Α ἐφήβαιον και ἐφήβειον) η ήβη, η ηβική χώρα και το υπερκείμενο τού αιδοίου τριχωτό τμήμα τού υπογαστρίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἥβη] …   Dictionary of Greek

  • īli- —     īli     English meaning: groin, intestines     Deutsche Übersetzung: “Weichen, Eingeweide, Geschlechtsteile”?     Note: From Root engʷ , n̥gʷēn (engʷh ): swelling derived Root īli (engʷhi, indi): groin, intestines. Common Illyr. gʷh > d… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.